- κίκκη
- κίκκηGrammatical information: f.?Meaning: συνουσία, ἡ ἀπὸ τῶν αἰδοίων συνοσμία H.Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]Etymology: Cf. κίκκασος.
Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). Robert S.P.. 2010.